Κριτική Γιούλης Χρονοπούλου

Οι «Βρυκόλακες» του Ίψεν στο θέατρο Εκάτη


Το έργο
Στους Βρυκόλακες ο κορυφαίος Νορβηγός δραματουργός Ερρίκος Ίψεν εστιάζει στο διαρκές παιχνίδι του ανθρώπου με τη μοίρα, που παίρνει τη μορφή της προγονικής αμαρτίας, θυμίζοντας αρχαία τραγωδία και μάλιστα (όπως έχει ήδη επισημανθεί από την κριτική) τον Οιδίποδα Τύραννο, καθώς άλλωστε τα γεγονότα έχουν στην πραγματικότητα σχεδόν όλα από καιρό συντελεστεί, όμως τώρα έρχονται στο φως (στο μαύρο φως), ενώ ταυτόχρονα τίποτε δεν μπορεί να σταματήσει την ανάγκη των αποκαλύψεων.
Το έργο καταπιάνεται με την υποκριτική αστική ηθική και τις καθημερινές «αμαρτίες» διεισδύοντας με μαεστρία στη βαθύτερη ψυχολογία των ηρώων και την υπαρξιακή βάσανο των ανθρώπων, που παλεύουν με επιθυμίες που δεν ικανοποιήθηκαν και προσδοκίες που δεν θα πραγματωθούν.
Το δράμα αποπνέει εξαίρετη δύναμη και κατακλύζεται από εμβριθή στοχασμό και δραματικές ανατροπές.
Εκτυλίσσεται σε μια μακρά μέρα στην οποία συνωστίζονται καταλυτικά γεγονότα και συναισθήματα, κατά το πρότυπο πάλι της αρχαίας τραγωδίας.

Σ’ ένα νορβηγικό φιορδ στο σπίτι της κυρίας Άλβιγκ την παραμονή των εγκαινίων του παιδικού ασύλου, που ίδρυσε στη μνήμη του άντρα της, καταφθάνει ο γιος της Όσβαλντ από το Παρίσι, ο πάστορας Μάντερς, αλλά και ο ξυλουργός Έγκστραντ, πατέρας της ψυχοκόρης της - υπηρέτριας, Ρεγγίνας, που ζει μαζί της.
Γύρω απ’ αυτά τα πρόσωπα εκτυλίσσεται το έργο, πρόσωπα που διαπλέκονται τόσο μεταξύ τους όσο και με τους θεσμούς, τα κοινωνικά όρια, τα ήθη, τις προκαταλήψεις, τις ασφυκτικές δεσμεύσεις του περιβάλλοντος (φυσικού και κοινωνικού) αλλά και τις εσωτερικές ροπές τους, που τα υποχρεώνουν να ασφυκτιούν και να πνίγονται σε συνθήκες με ελάχιστες χαραμάδες.
Η κυρία Άλβιγκ, χήρα του λοχαγού Άλβιγκ, που έχει εγκαίρως απομακρύνει το γιο της από την αρρωστημένη επιρροή του άντρα της στέλνοντάς τον στην Ευρώπη, αν και η ίδια δεν μπόρεσε να βρει τη δύναμη να απομακρυνθεί, διατηρώντας άθικτο το εξωτερικό περίβλημα του οίκου της, που μέσα το σάρωνε η «αρρώστεια», αρρώστεια που μοιάζει να επιστρέφει απρόσκλητη μαζί με το γιο και τη διαφαινόμενη ένωσή του με τη νόθα κόρη του πατέρα του και που πυροδοτεί την αποκάλυψη των μυστικών, δέχεται στοργικά την επιστροφή του γιου της, χωρίς να φαντάζεται τι θα ακολουθήσει. Η ίδια, επί χρόνια κάτω από την επιρροή του πάστορα Μάντερς, που εξακολουθεί να την καθοδηγεί, βλέπει να ξαναγεννιούνται τα φαντάσματα του παρελθόντος (βρυκόλακες), να οδηγούν τον οίκο στον αφανισμό, που δεν μπορεί πια να αποφύγει. Ταυτόχρονα ο πατέρας βρίσκεται εκεί παρών πίσω από κάθε πράξη, κληροδοτώντας στους άλλους τις δικές του επιλογές.
Στο έργο αναδύονται ερωτήματα για τη φύση των πραγμάτων και τη διφυή υπόσταση των καταστάσεων: Ποια είναι η αρρώστεια, ποια είναι η κληρονομικότητα; Ποιοι είναι οι βρικόλακες; Ποιος είναι ο ρόλος του παρελθόντος, ποια η δύναμη ή η αδυναμία του ανθρώπου;

Το έργο μπορεί να παραλληλιστεί με το σουέλ, το βουβό κύμα, τη φουσκοθαλασσιά, που έχει λεία όψη και αδιατάρακτη επιφάνεια και έχει δημιουργηθεί από άνεμο που έπνεε σε προγενέστερο χρόνο. Η εσωτερική τρικυμία του έργου ταράζει τα νερά κάτω από την επιφάνεια, ώσπου στο τέλος ξεσπούν και πλημμυρίζουν την εξωτερικά ατάραχη ζωή. Βαθιά κρυμμένα μυστικά, παραπλανημένες πορείες ζωής, αδιέξοδα έρχονται στο φως ορίζοντας το μέλλον, δημιουργώντας τομές, ρωγμές στο παρόν. Και πάνω στις στάχτες (και κυριολεκτικά) του παρελθόντος επικάθηται μια μυρωδιά παρωχημένης ηθικής, η υποκρισία των φαινομένων, η υπόγεια διάταξη της μοίρας, που έφερε μια καθυστερημένη άδικη «δικαιοσύνη». Η βίαιη ανάδυση του παρελθόντος από το βυθό, απειλητικού, διαβρωτικού, κληρονομημένου, θα επιδράσει στο τώρα των ηρώων, θα ανατρέψει την πορεία τους, θα τους βυθίσει σε μια μοίρα γραμμένη εν αγνοία των πρωταγωνιστών, που κουβαλούν και πληρώνουν προγονικές αμαρτίες. Ήδη επισημάναμε την ομοιότητα με τον Οιδίποδα, που συντρίβεται από το βάρος της μοίρας και των κρυμμένων μυστικών, που καταστρέφει μια φαινομενικά ευτυχισμένη ζωή, που αρνείται να σταματήσει την απόλυτη αντιστροφή της ζωής του.
Κι εδώ αρχικά όλα φαίνονται να κυοφορούν θετικές προσδοκίες. Η εναρκτήρια σκηνή στήνει ένα δυνάμει, προοπτικά καλό σκηνικό για όλους. Σταδιακά μικρές ρωγμές, λεπτές διαβρώσεις προκαλούν την κατάρρευση μ’ έναν εκκωφαντικό τελικά κρότο, με μια δυνατή κραυγή πόνου, με μια καταλυτική όσο και αδιέξοδη τελική λύση.
Η παράσταση
Η παράσταση του θεάτρου Εκάτη καταφέρνει να αποδώσει όλες τις αποχρώσεις επιφάνειας και βάθους αυτής της συγκλονιστικής οικογενειακής τραγωδίας. Η σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά εκμεταλλεύεται τους υπαινιγμούς του δραματουργού προτείνοντας ερμηνευτικές εκδοχές, αλλά παράλληλα σέβεται τις προθέσεις του αναδεικνύοντας με καθαρότητα τα πάθη, τα βάθη, τις συγκρούσεις, τα διλήμματα, τις ενοχές, αλλά και τις τραγικές συνέπειες της υποκριτικής ηθικής που διαπερνά την κοινωνία.
Η υποδειγματική αξιοποίηση όλου του χώρου του θεάτρου, που πάγια χρησιμοποιεί η σκηνοθέτις προσδίδει εικαστικό και παραστατικό βάθος στην παράσταση. Αυτή τη φορά το σκηνικό διαμορφώθηκε με την παρέμβαση του καταξιωμένου Σάββα Πασχαλίδη, που εκμεταλλεύτηκε τον ατμοσφαιρικό φυσικό χώρο του θεάτρου καθώς και τα υπάρχοντα έπιπλα και αντικείμενα, για να τους εμφυσήσει το χαρακτήρα που όφειλαν να αποκτήσουν.
Η προσεκτικά επιλεγμένη μουσική από τον ιδιαίτερα εύστοχο Σ. Σόπακ υπογραμμίζει με επάρκεια τις εσωτερικές διακυμάνσεις και τις εξωτερικές διαβαθμίσεις δημιουργώντας ατμοσφαιρική υπόσταση.
Η μετάφραση του Λέοντα Κουκούλα δίνει ξεχωριστό βάρος στην παράσταση.

Οι ηθοποιοί, έμπειροι και νεότεροι, διακονούν την υποκριτική με πολλαπλές διαστάσεις και κατορθώνουν με τη σειρά τους να ενσαρκώσουν τους τραγικούς ήρωες με πειστικότητα και πληρότητα πετυχαίνοντας ανυψωτικές και διεισδυτικές ερμηνείες. Οι ρόλοι όλοι είναι σύνθετοι και απαιτούν λεπτές ισορροπίες, καθώς το παιχνίδι κάλυψης – αποκάλυψης είναι διαρκές. 

Στην κεντρική – και τραγικότερη - θέση η κυρία Άλβινγκ ζει το μητρικό δράμα και κουβαλά βαριά μυστικά. Η απελευθέρωση από αυτά δεν θα φέρει τη λύτρωση, αλλά θα φέρει την έκρηξη, θα βαρύνει όλους τους άλλους και θα επιταχύνει τη θλιβερή λύση.
Η μάνα, που μ’ έναν τρόπο θυσιάστηκε για να προστατέψει την τιμή του σπιτιού της, περιφρουρώντας το όνομα αλλά και την περιουσία του άντρα της και του οίκου της, προστατεύοντας το γιο της από την αρρωστημένη επιρροή του, είναι εντέλει καταδικασμένη να ζει με το φάντασμά του, είναι καταδικασμένη να δει όχι μόνο την αποτυχία όλων των σχεδίων της, αλλά και την αναβίωση του εφιάλτη της μέσα από το γιο της, το γιο του. Η εσωτερική της μάχη, η σύγκρουση καθηκόντων και αξιών, η διάψευση προσδοκιών, το φάσμα του θανάτου (με όποια μορφή) αποδίδονται στην παράσταση από την ευπρεπή και έμπειρη Πέπη Οικονομοπούλου, που αναδεικνύει τη σύνθετη προσωπικότητα της ηρωίδας με ένα εξίσου σύνθετο πλέγμα από παύσεις, δισταγμούς, δυναμισμό και στοργή. Η αδιάκοπη εσωτερική τρικυμία, η υπαρξιακή αναστάτωση μαζί με την απροκατάληπτη σκέψη της και τη φιλελεύθερη αντίληψή της, που παγίδεψε κατ’ αρχάς την ίδιαν αλλά εντέλει και τον αγαπημένο της γιο και απέβη καταστροφική για τον οίκο που θέλησε να προστατέψει, τη βασανίζει εις το διηνεκές, αφού δεν μπόρεσε τελικά παρόλη την αγωνιώδη της προσπάθεια να κόψει το νήμα που συνδέει πατέρα και γιο. Κι αυτή, λοιπόν, σαν άλλος Οιδίποδας, όσο πασχίζει να αποφύγει τη μοίρα τόσο την πλησιάζει. Το πεπρωμένο εμφανίζεται μπροστά της ισχυρό και ανεμπόδιστα άτρωτο.
Οι σταδιακές και τελικά συντριπτικές αποκαλύψεις στις οποίες προβαίνει προς όλα τα πρόσωπα του έργου (τον πάστορα, τη Ρεγγίνα και – τέλος – το γιο της) την καθιστούν τον καταλύτη των εξελίξεων, αν και στην πραγματικότητα δεν είναι, αφού οι δικές της επιλογές έχουν ήδη συντριβεί από το βάρος της μοίρας. Ωστόσο, είναι υπό μίαν έννοια υπαίτια για τη ραγδαία επιδείνωση της υγείας του Όσβαλντ, αν υποθέσουμε ότι σ΄ αυτό συμβάλλουν οι αποκαλύψεις της, η απομάκρυνση και του τελευταίου πέπλου που σκέπαζε και ταυτόχρονα προστάτευε τα μυστικά της. Και πάλι ως τραγικό πρόσωπο, ίσως τώρα στη θέση του Θεράποντα του Λαΐου, προσπαθώντας να παρηγορήσει το γιο της, του αφαιρεί και την τελευταία ελπίδα και τον φέρνει αντιμέτωπο με την τραγική του μοίρα, μοίρα ανέκκλητη.

Ο γιος Όσβαλντ, που κουβαλά ένα σαράκι ψυχικό και σωματικό, ξεγελά αρχικά το περιβάλλον του. Αυτή η κρυφή τραγωδία για τον ίδιον αλλά και η τραγωδία της άγνοιας για τους γύρω του, που τους εξωθεί σε αυταπάτες, σε σχέδια για το μέλλον, αποκαλύπτει το δράμα της ανθρώπινης μοίρας, που καταδικάζει τον άνθρωπο σε άγνοια και αυταπάτη. Ζωγράφος που αποτύπωνε στους πίνακές του τη χαρά της ζωής είναι καταδικασμένος στη σιωπή, στην αδυναμία έκφρασης, στην απουσία δημιουργικότητας. Στο τέλος, στην ακροτελεύτια φράση του έργου, ζητά απεγνωσμένα τον ήλιο σίγουρος πια πως δεν μπορεί να τον έχει. Η απόλυτη μετάπτωση από την ακμή, τη νιότη, την ευρωστία, τη δημιουργική ορμή στη φθορά, την αρρώστεια, το θάνατο, τη σήψη. Η απόλυτη αντιστροφή χωρίς αιτία, χωρίς ευθύνη. Η απόλυτη τραγικότητα. Η τραγικότητα του ήρωα αποδίδεται με ακεραιότητα από το νεαρό Αλέξανδρο Κλημόπουλο, που οδηγεί το θεατή στα μύχια της ψυχής του.

Ο πάστορας Μάντερς, αμφιλεγόμενο πρόσωπο και εσωτερικά σπαρασσόμενος χαρακτήρας, δύσκολο να αποδοθεί υποκριτικά, ενσαρκώθηκε άψογα από τον Μάνο Χατζηγεωργίου, που μπόρεσε να εκφράσει την αφομοιωμένη και άρα ειλικρινή αλλά παράλληλα υποκριτική στην ουσία της εκκλησιαστική ηθική, την ταυτόχρονη επιθυμία για βοήθεια προς τους άλλους (που αποδεικνύεται αδιέξοδη και ανεπιτυχής) και την κατάπνιξη των όποιων προσωπικών επιθυμιών από τη μια, και την περιφρούρηση των προσωπικών συμφερόντων και του ονόματος από την άλλη, κρύβοντας τις πραγματικές προθέσεις πίσω από το αδιάφανο πέπλο των κοινωνικών και ηθικών συμβάσεων. Η ισορροπία ανάμεσα στην αφέλεια και την πονηριά πιστώνεται στα θετικά της υπόκρισης.

Η νεαρή Ρεγγίνα, ξεκάθαρη και πηγαία, αποδόθηκε με χάρη και πειστικότητα από τη νεαρή και ταλαντούχα Σοφία Μανωλάκου, που ερμήνευσε με επάρκεια την επιθυμία διαφυγής από το ασφυκτικό κοινωνικό και ηθικό περιβάλλον, την ενσάρκωση της χαράς της ζωής και της νιότης, καθώς μόνη αυτή άλλωστε διαγράφει μια πορεία προοπτικής στο μέλλον και βρίσκει διεξόδους στις εμποδιζόμενες απόπειρες διαφυγής της και στις ματαιωνόμενες προσδοκίες της, αν και με ηθικό αντίβαρο.Και παραπέρα, όπως εύστοχα εντοπίζει ο Φώτος Πολίτης, γίνεται για τον Όσβαλντ ό,τι ο Θεράπων του Λαΐου για τον Οιδίποδα: η ελπίδα σωτηρίας που μετατρέπεται σε καταστροφή, ο φορέας αποκάλυψης «του εσωτερικού του μαρασμού».

Ο ξυλουργός Έγκστραντ, τυπικός εκπρόσωπος μιας αποηθικοποιημένης λαϊκής συμπεριφοράς, πειστικά ενσαρκωμένος από τον Βαγγέλη Ζερβόπουλο, επέβαλε την ηθελημένη ηθική ευκαμψία του (σε ευθεία όσο και υπογραμμισμένη αντίθεση με τη σωματική του δυσκαμψία), υπαγορευμένη πρώτιστα από ωφελιμιστικά κίνητρα και ταπεινούς στόχους, ταυτόχρονα με την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, τοποθετούμενος εξίσου σε ρόλο θύτη και θύματος, αν και κινούμενος σε δεύτερο πλάνο εν σχέσει με τους άλλους ήρωες, ωστόσο δρώντας απολύτως καταλυτικά στις κρίσιμες στιγμές τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος και παίζοντας με την υποκρισία μαεστρικά, καθώς εξάλλου είναι ο μόνος πέραν της κ. Άλβιγκ που γνωρίζει τα μυστικά του παρελθόντος και τα χειρίζεται προς όφελός του.  

Η παράσταση συνολικά στέκεται στο ύψος των απαιτήσεων του κλασικού έργου και καταφέρνει να ικανοποιήσει τους θεατές, αφού τους βυθίζει στα βάθη του ανθρώπινου ερωτήματος και καταυγάζει την εσωτερική διαφυγή τους.

Γιούλη Χρονοπούλου

Δρ Φιλολογίας 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου